0

Ρομά και κοινωνική ένταξη: Μπορούμε πραγματικά να ζήσουμε μαζί ή απλώς προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα;

Υπάρχουν ζητήματα στην κοινωνία μας για τα οποία πολλοί επιλέγουν να μη μιλούν ανοιχτά. Όχι επειδή δεν υπάρχουν, αλλά επειδή φοβούνται μήπως παρεξηγηθούν, μήπως χαρακτηριστούν ή μήπως η άποψή τους θεωρηθεί πολιτικά μη αποδεκτή.Ένα από αυτά τα ζητήματα είναι η κοινωνική ένταξη των Ρομά.

   Θέλω να προσεγγίσω το θέμα χωρίς κραυγές, χωρίς διάθεση να στοχοποιήσω ανθρώπους και χωρίς να κρυφτώ πίσω από εύκολες απαντήσεις. Γιατί πιστεύω ότι μια κοινωνία δεν προχωρά όταν αποφεύγει τις δύσκολες συζητήσεις.Προχωρά όταν βρίσκει το θάρρος να τις κάνει με ειλικρίνεια.

    Ακούω συχνά πολίτες να αναρωτιούνται: «Πώς μπορεί να υπάρξει πραγματική ένταξη, όταν υπάρχουν τόσο μεγάλες διαφορές στην κουλτούρα, στις αντιλήψεις και στον τρόπο ζωής;»

  Είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με ένα απλό «πρέπει όλοι να συνυπάρχουμε». Η συνύπαρξη είναι μια ωραία λέξη. Η καθημερινότητά της, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη.

 

Είναι όλα θέμα κουλτούρας;

     Προσωπικά, πιστεύω ότι εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της συζήτησης.

   Κάθε άνθρωπος μεγαλώνει μέσα σε μια οικογένεια, σε ένα περιβάλλον, με συγκεκριμένες αξίες, συνήθειες και αντιλήψεις. Αυτά διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο.

     Όμως, όταν ζούμε όλοι στην ίδια κοινωνία, δεν μπορούμε να αγνοούμε ότι υπάρχουν και κοινοί κανόνες, τους οποίους οφείλουμε να σεβόμαστε.

    Δεν θεωρώ ότι ένας άνθρωπος πρέπει να εγκαταλείψει την καταγωγή του για να γίνει αποδεκτός. Δεν θεωρώ ότι πρέπει να ξεχάσει την ιστορία, τις παραδόσεις ή την πολιτισμική του ταυτότητα.

    Θεωρώ, όμως, ότι η διατήρηση της ταυτότητας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για συμπεριφορές που παραβιάζουν τα δικαιώματα των άλλων.

    Και αυτό δεν αφορά μόνο τους Ρομά. Αφορά όλους μας.

   Αν ζητάμε από τους πολίτες να σέβονται τους νόμους, τότε οι νόμοι πρέπει να ισχύουν για όλους. Αν ζητάμε από τους γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, αυτή η υποχρέωση δεν μπορεί να εξαρτάται από την καταγωγή τους. Αν απαιτούμε σεβασμό στη δημόσια περιουσία και στους γείτονές μας, δεν μπορούμε να κάνουμε εξαιρέσεις.

  Γιατί τότε δεν μιλάμε για κοινωνική ένταξη. Μιλάμε για διαφορετικά μέτρα και σταθμά.

 

Όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι κανείς δεν τον ακούει…

   Υπάρχει και μια άλλη πλευρά, που δεν πρέπει να αγνοούμε.

  Ο πολίτης που αντιμετωπίζει ένα πραγματικό πρόβλημα στη γειτονιά του θέλει να δει λύση. Θέλει να μπορεί να απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές και να αισθάνεται ότι η καταγγελία του θα εξεταστεί. Θέλει να βλέπει ότι οι κανόνες εφαρμόζονται και ότι η καθημερινότητά του δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι ασήμαντο.

   Όταν αυτό δεν συμβαίνει, γεννιέται αγανάκτηση. Και όταν η αγανάκτηση συσσωρεύεται χωρίς απαντήσεις, μπορεί να μετατραπεί σε δυσπιστία απέναντι σε ολόκληρες ομάδες ανθρώπων.

   Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται μια μεγάλη ευθύνη της πολιτείας: να μην αφήνει τα προβλήματα να χρονίζουν, να μη μεταθέτει τις ευθύνες από υπηρεσία σε υπηρεσία και να μη θυμάται τις κοινωνικές εντάσεις μόνο όταν αυτές γίνονται δημόσιο θέμα.

  Ο πολίτης δεν χρειάζεται άλλες γενικόλογες υποσχέσεις. Χρειάζεται να βλέπει αποτέλεσμα.

  Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε παράπονο δικαιολογεί μια γενίκευση εις βάρος όλων των Ρομά. Κανείς δεν πρέπει να κρίνεται για πράξεις που δεν έκανε. Η ευθύνη είναι προσωπική και πρέπει να αποδίδεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά.

 

Δεν γίνεται να μιλάμε για ένταξη χωρίς να μιλάμε για ευθύνες

   Πιστεύω ότι η κοινωνική ένταξη πρέπει να πάψει να αποτελεί ένα σύνθημα που επαναλαμβάνουμε χωρίς να εξετάζουμε τι πραγματικά συμβαίνει.

   Αν θέλουμε τα παιδιά των Ρομά να έχουν ίσες ευκαιρίες, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι πηγαίνουν στο σχολείο και ότι έχουν τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν την εκπαίδευσή τους.

  Αν θέλουμε οι ενήλικες να συμμετέχουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή, πρέπει να υπάρχουν πραγματικές ευκαιρίες νόμιμης εργασίας, επαγγελματικής κατάρτισης και αξιοπρεπούς διαβίωσης.

  Αν θέλουμε να περιοριστούν οι εντάσεις στις γειτονιές, πρέπει οι δήμοι και οι αρμόδιες υπηρεσίες να παρεμβαίνουν εγκαίρως στα συγκεκριμένα προβλήματα, από την καθαριότητα και τις υποδομές μέχρι την εφαρμογή της νομοθεσίας.

  Αλλά και από την πλευρά των ίδιων των κοινοτήτων χρειάζεται συμμετοχή και προσπάθεια. Η συνεργασία με τα σχολεία, ο σεβασμός των κοινών κανόνων και η προστασία των δικαιωμάτων των άλλων δεν είναι προαιρετικά στοιχεία μιας οργανωμένης κοινωνίας.

  Δεν μπορούμε να ζητάμε από την πολιτεία να αναλάβει όλες τις ευθύνες, όπως δεν μπορούμε να κατηγορούμε μια ολόκληρη κοινότητα για κάθε πρόβλημα που εμφανίζεται.

    Η ευθύνη πρέπει να είναι συγκεκριμένη, ατομική και μετρήσιμη.

 

Μπορεί τελικά να αλλάξει αυτή η κατάσταση;

    Δεν πιστεύω ότι η λύση βρίσκεται ούτε στην απόρριψη ούτε στην άκριτη αποδοχή των πάντων.

   Η απόρριψη μιας ολόκληρης κοινότητας δημιουργεί περισσότερα εμπόδια. Όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτός, ανεξάρτητα από τις προσπάθειές του, η απόσταση από την υπόλοιπη κοινωνία μπορεί να μεγαλώσει.

  Από την άλλη πλευρά, η επίκληση της διαφορετικότητας δεν μπορεί να σταματά κάθε συζήτηση για πραγματικά προβλήματα ή να εμποδίζει την εφαρμογή των κοινών κανόνων.

  Χρειάζεται, λοιπόν, μια ξεκάθαρη συμφωνία συμβίωσης: ίσα δικαιώματα, ίσες υποχρεώσεις, πραγματικές ευκαιρίες και καμία ανοχή στην παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων, ανεξάρτητα από το ποιος ευθύνεται.

  Και χρειάζεται κάτι ακόμη: να δώσουμε χώρο σε εκείνους τους Ρομά που θέλουν να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνία, να μορφωθούν, να εργαστούν και να προσφέρουν. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ένταξη και ταυτόχρονα να θεωρούμε εκ των προτέρων ότι κάθε προσπάθεια θα αποτύχει.

 

Αυτό που τελικά ζητάω από την κοινωνία και την πολιτεία

   Δεν ζητάω να γίνουμε όλοι ίδιοι. Ούτε πιστεύω ότι η διαφορετικότητα πρέπει να εξαφανιστεί για να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε.

   Ζητάω, όμως, να σταματήσουμε να κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις.

   Να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την κοινωνική ένταξη ως ένα θέμα που λύνεται με ανακοινώσεις και προγράμματα στα χαρτιά. Να απαιτήσουμε από τους αρμόδιους φορείς συγκεκριμένες ενέργειες, χρονοδιαγράμματα και αποτελέσματα. Να προστατεύσουμε τα δικαιώματα όσων υφίστανται διακρίσεις, αλλά και να μην αγνοούμε τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι στις περιοχές τους.

  Και πάνω απ’ όλα, να θυμόμαστε ότι η καταγωγή δεν καθορίζει από μόνη της τον χαρακτήρα, τη συμπεριφορά ή τις επιλογές ενός ανθρώπου.

 

Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να γίνουν οι Ρομά ίδιοι με εμάς. Είναι να μπορούμε να ζούμε μαζί, χωρίς φόβο, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς προνόμια και χωρίς εξαιρέσεις από τους κοινούς κανόνες.

   Η κοινωνική ένταξη δεν μπορεί να είναι απαίτηση μόνο της μιας πλευράς. Χρειάζεται προσπάθεια από όλους. Αλλά η προσπάθεια αυτή πρέπει να έχει σαφή όρια, συγκεκριμένες υποχρεώσεις και ορατά αποτελέσματα.

   Και ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να ρωτάμε μόνο αν οι Ρομά μπορούν να ενταχθούν στην κοινωνία.

  Να ρωτήσουμε και κάτι πιο ουσιαστικό: Είμαστε πραγματικά έτοιμοι, ως κοινωνία και ως πολιτεία, να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα με ειλικρίνεια, δικαιοσύνη και αποφασιστικότητα, αντί να το αφήνουμε να διαιωνίζεται;

   Γιατί το να ζούμε μαζί είναι εύκολο να το λέμε. Το δύσκολο είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να γίνει πραγματικότητα.

Κατηγορία: 

Leave a Comment