Αλλάζουμε το Σύνταγμα. Αλλά τι αλλάζει πραγματικά για τον πολίτη;
Μιλάμε για αλλαγές στο Σύνταγμα, για θεσμούς, για νόμους, για μεταρρυθμίσεις και για ένα καλύτερο αύριο. Όμως, μέσα σε όλες αυτές τις μεγάλες πολιτικές συζητήσεις, υπάρχει ένα απλό ερώτημα που αξίζει να ακουστεί: Τι αλλάζει τελικά στην καθημερινότητα του απλού πολίτη;
Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, ακούμε μεγάλες κουβέντες. Για εκσυγχρονισμό του κράτους, για ενίσχυση της Δημοκρατίας, για διαφάνεια, για δικαιοσύνη και για καλύτερη λειτουργία των θεσμών. Όλα αυτά ακούγονται σημαντικά. Και πράγματι είναι. Γιατί το Σύνταγμα δεν είναι ένα απλό βιβλίο με νόμους. Είναι ο θεμελιώδης νόμος της χώρας μας. Είναι εκείνο που καθορίζει πώς λειτουργεί το κράτος, ποια είναι τα δικαιώματά μας και ποιες είναι οι υποχρεώσεις της Πολιτείας απέναντί μας. Αλλά ας αφήσουμε για λίγο τις πολιτικές ομιλίες και τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και ας δούμε την πραγματικότητα μέσα από τα μάτια του ανθρώπου της διπλανής πόρτας.
Ο εργαζόμενος που πληρώνεται και βλέπει τον μισθό του να εξαφανίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, δεν σκέφτεται καθημερινά ποιο άρθρο του Συντάγματος πρόκειται να αλλάξει. Σκέφτεται πώς θα πληρώσει το ρεύμα, πώς θα γεμίσει το ψυγείο, πώς θα καλύψει το νοίκι και πώς θα ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών του. Ο συνταξιούχος που μετράει τα ευρώ για να αγοράσει τα φάρμακά του δεν περιμένει απλώς μια θεσμική μεταρρύθμιση. Περιμένει να μπορεί να ζει με αξιοπρέπεια. Ο γονιός που βλέπει ελλείψεις στο σχολείο του παιδιού του δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τι προβλέπεται στα χαρτιά. Θέλει ένα σχολείο που να λειτουργεί σωστά, με εκπαιδευτικούς, υποδομές και ίσες ευκαιρίες για όλα τα παιδιά. Και ο ασθενής που περιμένει μήνες για ένα ραντεβού ή ώρες σε ένα νοσοκομείο θέλει κάτι πολύ συγκεκριμένο: να μπορεί να έχει πρόσβαση στην περίθαλψη όταν τη χρειάζεται.
Γιατί τα δικαιώματα δεν αρκεί να είναι γραμμένα. Πρέπει και να εφαρμόζονται.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που συνδέονται με τη λειτουργία της Δημοκρατίας είναι η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει θεμελιώδεις αρχές, όπως η ισότητα απέναντι στον νόμο και η δικαστική προστασία. Όμως ο πολίτης έχει δικαίωμα να αναρωτιέται: Μπορεί πραγματικά ο καθένας να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του με την ίδια ευκολία;Μπορεί ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται οικονομικά να αντέξει μια πολυετή δικαστική διαμάχη; Μπορεί να αντιμετωπίσει το κόστος των διαδικασιών; Μπορεί να περιμένει χρόνια μέχρι να βρει το δίκιο του; Και κυρίως, μπορεί να αισθάνεται ότι ο νόμος εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για όλους, ανεξάρτητα από χρήματα, γνωριμίες, αξιώματα και κοινωνική θέση; Αυτά είναι ερωτήματα που δεν πρέπει να χάνονται μέσα σε νομικούς όρους και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Γιατί η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν χτίζεται μόνο με συνταγματικές διατάξεις. Χτίζεται καθημερινά, μέσα από την ανεξαρτησία της, την ταχύτητα των αποφάσεων και την πραγματική δυνατότητα κάθε ανθρώπου να προσφεύγει σε αυτήν.
Ένα ακόμη ζήτημα που απασχολεί τη δημόσια συζήτηση είναι η ευθύνη των πολιτικών προσώπων. Ο απλός πολίτης γνωρίζει ότι όταν παραβιάσει τον νόμο, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με συγκεκριμένες συνέπειες. Γι’ αυτό είναι εύλογο να θέλει να γνωρίζει τι συμβαίνει όταν ελέγχεται για μια πράξη ένα πρόσωπο που κατέχει δημόσιο αξίωμα. Πώς διερευνώνται οι υποθέσεις; Ποιος αποφασίζει; Υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις ανεξαρτησίας; Πώς εξασφαλίζεται ότι κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο; Η αναθεώρηση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικού διαλόγου. Όμως χρειάζεται να εξετάζουμε όχι μόνο τις εξαγγελίες, αλλά και το ακριβές περιεχόμενο κάθε πρότασης. Γιατί η λογοδοσία δεν είναι ζήτημα πολιτικής παράταξης. Είναι ζήτημα δημοκρατικής λειτουργίας.
Το Σύνταγμα προστατεύει σημαντικά κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα. Το δικαίωμα στην εκπαίδευση, την προστασία της υγείας, την ισότητα, την ελευθερία της έκφρασης και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αλλά πόση αξία έχει ένα δικαίωμα όταν ο άνθρωπος δυσκολεύεται να το ασκήσει στην πράξη; Τι σημαίνει ίση ευκαιρία στην εκπαίδευση όταν οι οικογένειες δεν έχουν όλες τις ίδιες οικονομικές δυνατότητες; Τι σημαίνει προστασία της υγείας όταν κάποιος αναγκάζεται να πληρώσει από την τσέπη του για να εξυπηρετηθεί γρηγορότερα; Τι σημαίνει αξιοπρεπής διαβίωση όταν ένας εργαζόμενος, παρά την καθημερινή του προσπάθεια, δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες; Δεν σημαίνει ότι το Σύνταγμα μπορεί από μόνο του να λύσει την ακρίβεια, να αυξήσει τους μισθούς ή να εξαφανίσει τα προβλήματα των δημόσιων υπηρεσιών. Σημαίνει όμως ότι οι συνταγματικές αρχές πρέπει να συνοδεύονται από νόμους, πολιτικές, πόρους και ελέγχους που τους δίνουν πραγματικό περιεχόμενο.
Μια συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να έχει ουσιαστική σημασία. Μπορεί να ενισχύσει θεσμικές εγγυήσεις, να διορθώσει αδυναμίες και να δημιουργήσει ένα καλύτερο πλαίσιο λειτουργίας του κράτους. Δεν είναι, όμως, ένα μαγικό κουμπί που το πατάμε και την επόμενη μέρα όλα λειτουργούν διαφορετικά. Γιατί μπορεί να αλλάξει μια διάταξη, αλλά αν δεν αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες, αν δεν υπάρχει έλεγχος, αν δεν υπάρχει συνέπεια και αν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, ο πολίτης μπορεί να μη δει καμία ουσιαστική διαφορά. Από την άλλη, δεν πρέπει να υποτιμούμε τις θεσμικές αλλαγές μόνο και μόνο επειδή τα αποτελέσματά τους δεν φαίνονται αμέσως. Ορισμένες συνταγματικές εγγυήσεις έχουν σημασία ακριβώς επειδή προστατεύουν τους πολίτες σε βάθος χρόνου. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα στους θεσμούς και στην καθημερινότητα. Είναι να καταλάβουμε πώς συνδέονται μεταξύ τους.
Οι πολιτικοί συζητούν, οι συνταγματολόγοι αναλύουν, τα κόμματα καταθέτουν προτάσεις και τα τηλεοπτικά πάνελ διαφωνούν. Ο πολίτης, όμως, πόσο ουσιαστικά συμμετέχει σε αυτή τη συζήτηση; Γνωρίζει τι ακριβώς προτείνεται να αλλάξει; Έχει τη δυνατότητα να ενημερωθεί με απλά λόγια; Ακούγονται οι ανάγκες του ή η συζήτηση περιορίζεται σε αντιπαραθέσεις μεταξύ πολιτικών δυνάμεων; Η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια σοβαρή κοινοβουλευτική διαδικασία. Αλλά η δημόσια συζήτηση γύρω από αυτήν μπορεί και πρέπει να είναι ανοιχτή στην κοινωνία. Γιατί η Δημοκρατία δεν εξαντλείται στην ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια. Χρειάζεται ενημέρωση, συμμετοχή, έλεγχο και πολίτες που γνωρίζουν τα δικαιώματά τους.
Δεν αμφισβητώ την ανάγκη να συζητάμε για αλλαγές και βελτιώσεις στους θεσμούς. Ούτε θεωρώ ότι επειδή υπάρχουν προβλήματα στην καθημερινότητα, πρέπει να αφήνουμε στην άκρη τα μεγάλα ζητήματα της Δημοκρατίας. Αναρωτιέμαι, όμως, κάτι πολύ απλό. Όταν ολοκληρωθούν οι συζητήσεις, όταν ψηφιστούν οι αλλαγές και όταν σβήσουν τα φώτα των τηλεοπτικών στούντιο, τι θα έχει αλλάξει για τον άνθρωπο που σηκώνεται στις έξι το πρωί για να πάει στη δουλειά του; Τι θα έχει αλλάξει για τη μητέρα που αγωνιά για το μέλλον του παιδιού της; Για τον ηλικιωμένο που ζει μόνος με μια μικρή σύνταξη; Για τον νέο που θέλει να δημιουργήσει τη ζωή του χωρίς να αναγκαστεί να φύγει από τη χώρα; Για τον πολίτη που θέλει να νιώθει ότι το κράτος τον αντιμετωπίζει με σεβασμό και ότι η φωνή του έχει αξία;
Αυτό είναι, για μένα, το πραγματικό ερώτημα. Όχι μόνο τι θα αλλάξει στο Σύνταγμα, αλλά πώς αυτές οι αλλαγές θα επηρεάσουν τη ζωή μας. Γιατί ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος δεν κρίνεται μόνο από το πόσο σωστά είναι γραμμένοι οι νόμοι του. Κρίνεται και από το πώς εφαρμόζονται, από το αν προστατεύονται τα δικαιώματα και από το αν οι πολίτες μπορούν να εμπιστεύονται τους θεσμούς του. Ας αλλάξουμε, λοιπόν, όσα χρειάζονται αλλαγή. Αλλά ας μην ξεχάσουμε τον άνθρωπο για τον οποίο υποτίθεται ότι γίνονται όλα αυτά. Γιατί το Σύνταγμα υπάρχει για να προστατεύει τον πολίτη. Όχι απλώς για να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής συζήτησης.
