Η αγορά του Περάματος αγωνίζεται να επιβιώσει. Ποιος στηρίζει τους μικρούς επαγγελματίες;
Μια πόλη με ανθρώπους που παλεύουν καθημερινά για το μεροκάματο, καταστήματα που προσπαθούν να παραμείνουν ανοιχτά και οικογένειες που μετρούν ακόμη και το τελευταίο ευρώ. Πόσο μπορεί να αντέξει η τοπική αγορά;
Το Πέραμα είναι μια πόλη εργατική. Μια πόλη που έμαθε να ζει με τον μόχθο, τον ιδρώτα και την καθημερινή προσπάθεια των ανθρώπων της. Εδώ, οι περισσότεροι δεν γνώρισαν ποτέ την πολυτέλεια του εύκολου χρήματος. Έμαθαν να δουλεύουν, να αγωνίζονται και να προσπαθούν να προσφέρουν στις οικογένειές τους μια αξιοπρεπή ζωή. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι μικροί επαγγελματίες αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής της πόλης.
Το συνοικιακό παντοπωλείο, το βιβλιοπωλείο, το κατάστημα ένδυσης, το κομμωτήριο, ο φούρνος, το καφενείο και το μικρό εμπορικό κατάστημα δεν είναι απλώς επιχειρήσεις. Είναι άνθρωποι που πολλές φορές γνωρίζουμε προσωπικά. Άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά στον δρόμο, που ζουν δίπλα μας και αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες με όλους μας. Μόνο που σήμερα, για πολλούς από αυτούς, το να διατηρήσουν ανοιχτή την επιχείρησή τους αποτελεί έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης.

Ας αναρωτηθούμε πόσο εύκολο είναι σήμερα να διατηρεί κάποιος ένα μικρό κατάστημα. Ενοίκια, ηλεκτρικό ρεύμα, ασφαλιστικές εισφορές, φορολογικές υποχρεώσεις, προμηθευτές, δημοτικά τέλη και λειτουργικά έξοδα δημιουργούν ένα βάρος που δεν σταματά ποτέ. Και όλα αυτά πρέπει να πληρωθούν είτε το κατάστημα έχει δουλειά είτε όχι. Ο μικρός επαγγελματίας δεν έχει την οικονομική δυνατότητα μιας μεγάλης αλυσίδας. Δεν διαθέτει τεράστια αποθέματα κεφαλαίων, ούτε μπορεί πάντα να απορροφήσει τις αυξήσεις των τιμών.
Πολλές φορές εργάζεται από το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς συγκεκριμένο ωράριο, χωρίς πραγματική ξεκούραση και χωρίς να γνωρίζει αν στο τέλος του μήνα θα του μείνει κάτι για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πιο σκληρό; Μπορεί να δουλεύει ολόκληρη την ημέρα και στο τέλος να διαπιστώνει ότι τα χρήματα δεν φτάνουν ούτε για τις υποχρεώσεις της επιχείρησης. Αυτή είναι η πραγματικότητα πίσω από πολλές μικρές επιχειρήσεις. Μια πραγματικότητα που συχνά δεν φαίνεται σε εκείνους που βλέπουν μόνο την ταμπέλα ενός καταστήματος και θεωρούν ότι όποιος έχει μια επιχείρηση έχει απαραίτητα και χρήματα.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Οι κάτοικοι του Περάματος αντιμετωπίζουν τις δικές τους οικονομικές δυσκολίες. Μισθοί που εξαντλούνται πριν τελειώσει ο μήνας, συντάξεις που δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές ανάγκες και οικογένειες που προσπαθούν να ανταποκριθούν στο κόστος της στέγασης, της ενέργειας, των τροφίμων και της καθημερινότητας. Όταν μια οικογένεια δυσκολεύεται να γεμίσει το ψυγείο της, είναι λογικό να περιορίζει τις υπόλοιπες αγορές της. Το καινούργιο ρούχο μπορεί να περιμένει, το δώρο μπορεί να αναβληθεί και μια αγορά που παλαιότερα γινόταν χωρίς δεύτερη σκέψη σήμερα εξετάζεται ξανά και ξανά.
Κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Ο καταναλωτής δεν έχει χρήματα να ξοδέψει, ο επαγγελματίας δεν έχει τις απαραίτητες εισπράξεις, οι επιχειρήσεις περιορίζουν τα έξοδά τους και η τοπική οικονομία χάνει σταδιακά τη δυναμική της. Δεν μπορούμε να απαιτούμε από τους κατοίκους να στηρίζουν την τοπική αγορά όταν πολλές φορές δεν έχουν χρήματα ούτε για τις βασικές τους ανάγκες. Η στήριξη της αγοράς δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στο φιλότιμο των καταναλωτών. Χρειάζεται πραγματική αγοραστική δύναμη, γιατί χωρίς χρήματα στην τσέπη του πολίτη δεν μπορεί να υπάρξει ζωντανή εμπορική δραστηριότητα.
Την ίδια στιγμή, οι μικρές επιχειρήσεις έχουν να αντιμετωπίσουν και έναν ακόμη μεγάλο αντίπαλο: τον ανταγωνισμό από τις μεγάλες εμπορικές αλυσίδες και το ηλεκτρονικό εμπόριο. Οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες έχουν αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο ψωνίζουμε. Ο καταναλωτής μπορεί πλέον να συγκρίνει τιμές, να αναζητά προσφορές και να παραγγέλνει προϊόντα από το κινητό του. Και φυσικά έχει κάθε δικαίωμα να αναζητά την οικονομικότερη επιλογή. Δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει έναν εργαζόμενο που προσπαθεί να εξοικονομήσει λίγα ευρώ.
Από την άλλη, όμως, ο μικρός επαγγελματίας καλείται να ανταγωνιστεί επιχειρήσεις με πολύ μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη, οργανωμένα δίκτυα διανομής και σημαντικά διαφημιστικά κεφάλαια. Πρόκειται για έναν ανταγωνισμό που συχνά γίνεται με άνισους όρους. Πώς μπορεί να επιβιώσει το μικρό κατάστημα της γειτονιάς όταν καλείται να ανταγωνιστεί επιχειρηματικούς κολοσσούς; Και κυρίως, ποιος δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μικρές επιχειρήσεις να έχουν μια πραγματική ευκαιρία να παραμείνουν στην αγορά;
Σε αυτό το σημείο προκύπτει και το ζήτημα του ρόλου της Δημοτικής Αρχής. Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να λύσει από μόνη της τα προβλήματα της εθνικής οικονομίας. Δεν καθορίζει τους μισθούς, τις συντάξεις, τη φορολογία ή το κόστος των προϊόντων. Μπορεί όμως να συμβάλει στη δημιουργία καλύτερων συνθηκών για την τοπική επιχειρηματικότητα. Και εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική συζήτηση, χωρίς πολιτικές αντιπαραθέσεις και χωρίς εύκολες κατηγορίες.
Υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο για την ενίσχυση της εμπορικής δραστηριότητας στο Πέραμα; Υπάρχουν πρωτοβουλίες προβολής των τοπικών καταστημάτων; Μπορούν να οργανωθούν περισσότερες δράσεις που θα ενθαρρύνουν τους κατοίκους να γνωρίσουν και να στηρίξουν τις επιχειρήσεις της πόλης; Μπορούν να εξεταστούν, στο πλαίσιο των οικονομικών δυνατοτήτων και της νομοθεσίας, ελαφρύνσεις ή διευκολύνσεις για μικρές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα; Τι μπορεί να γίνει για την καλύτερη πρόσβαση στους εμπορικούς δρόμους, την καθαριότητα, τον φωτισμό και τη γενικότερη εικόνα της αγοράς;
Αυτά δεν είναι ερωτήματα που τίθενται για να δημιουργήσουν αντιπαράθεση με τη Δημοτική Αρχή. Είναι ερωτήματα που αξίζουν απαντήσεις, συνεργασία και ουσιαστικό διάλογο. Γιατί μια ζωντανή αγορά είναι προς όφελος ολόκληρης της πόλης. Όταν οι επιχειρήσεις λειτουργούν, δημιουργούνται θέσεις εργασίας, διατηρείται η εμπορική κίνηση και ενισχύεται η καθημερινή ζωή των γειτονιών. Η στήριξη της τοπικής αγοράς δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα δευτερεύον ζήτημα, αλλά ως ένα σημαντικό κομμάτι της συνολικής ανάπτυξης του Περάματος.
Η ευθύνη, βέβαια, δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στο κράτος και στον Δήμο. Οι ίδιοι οι επαγγελματίες χρειάζεται επίσης να αναζητούν τρόπους συνεργασίας, εκσυγχρονισμού και καλύτερης εξυπηρέτησης των καταναλωτών. Η ποιότητα, οι λογικές τιμές, η ευγένεια και η εμπιστοσύνη είναι στοιχεία που μπορούν να κρατήσουν ζωντανή τη σχέση ανάμεσα στον πελάτη και το κατάστημα της γειτονιάς. Ο εμπορικός κόσμος της πόλης μπορεί να διεκδικήσει περισσότερα μέσα από συλλογικές πρωτοβουλίες, κοινές δράσεις και ουσιαστική εκπροσώπηση. Γιατί ο κάθε επαγγελματίας μόνος του έχει περιορισμένες δυνατότητες, αλλά όταν οι επαγγελματίες συνεργάζονται μπορούν να αποκτήσουν ισχυρότερη φωνή.
Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε τι σημαίνει για μια πόλη το κλείσιμο ενός μικρού καταστήματος. Κάθε φορά που μια επιχείρηση κατεβάζει οριστικά τα ρολά της, δεν χάνεται μόνο μια εμπορική δραστηριότητα. Πίσω από αυτή την απόφαση μπορεί να βρίσκεται ένας άνθρωπος που επένδυσε τις οικονομίες του, εργάστηκε για χρόνια και προσπάθησε να δημιουργήσει κάτι δικό του. Μπορεί να βρίσκεται μια οικογένεια που στηριζόταν οικονομικά σε αυτή την επιχείρηση. Μπορεί να χάνονται θέσεις εργασίας, σχέσεις εμπιστοσύνης και ένα μικρό κομμάτι της καθημερινής ζωής της γειτονιάς.
Και όταν τα κλειστά καταστήματα πολλαπλασιάζονται, η εικόνα μιας πόλης αλλάζει. Οι εμπορικοί δρόμοι χάνουν την κίνησή τους, οι γειτονιές γίνονται λιγότερο ζωντανές και η τοπική οικονομία αποδυναμώνεται. Μια πόλη δεν μπορεί να έχει ζωντανές γειτονιές όταν η αγορά της αργοσβήνει. Δεν μπορούμε να μιλάμε για πρόοδο και ανάπτυξη όταν οι μικρές επιχειρήσεις αγωνίζονται καθημερινά να επιβιώσουν και οι κάτοικοι δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τις βασικές τους ανάγκες.
Συχνά ακούμε την προτροπή «ψωνίζουμε από τα καταστήματα της πόλης μας». Είναι μια σωστή προτροπή, αρκεί να μην αντιμετωπίζεται ως υποχρέωση του πολίτη. Ο κάτοικος που μπορεί να στηρίξει ένα τοπικό κατάστημα είναι σημαντικό να το κάνει. Γιατί τα χρήματα που κυκλοφορούν στην τοπική αγορά μπορούν να στηρίξουν επιχειρήσεις, εργαζομένους και οικογένειες της ίδιας πόλης. Αλλά η πραγματική στήριξη χρειάζεται περισσότερα από συνθήματα και περιστασιακές εκκλήσεις.
Χρειάζεται μια οικονομία που να επιτρέπει στους πολίτες να καταναλώνουν χωρίς να στερούνται τα απαραίτητα. Χρειάζεται ένα περιβάλλον στο οποίο οι μικρές επιχειρήσεις θα μπορούν να λειτουργούν χωρίς να βρίσκονται διαρκώς στα όρια της επιβίωσης. Χρειάζεται συνεργασία ανάμεσα στον Δήμο, τους επαγγελματίες και τους κατοίκους. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε την τοπική αγορά ως ζήτημα που αφορά ολόκληρη την κοινωνία του Περάματος.
Η δική μου ματιά – Χωρίς περιστροφές
Δεν ξέρω πόσοι από εκείνους που μιλούν εύκολα για επιχειρηματικότητα έχουν δοκιμάσει να κρατήσουν ένα μικρό μαγαζί ανοιχτό. Να σηκώσουν το πρωί τα ρολά και να αναρωτιούνται αν θα μπουν αρκετοί πελάτες για να πληρωθεί το ρεύμα. Να περιμένουν στο τέλος της ημέρας να κάνουν ταμείο και να βλέπουν ότι τα έξοδα είναι περισσότερα από τις εισπράξεις. Να δουλεύουν ατελείωτες ώρες και να μην ξέρουν αν τον επόμενο μήνα θα μπορούν να συνεχίσουν. Να προσπαθούν να είναι συνεπείς απέναντι στο κράτος, στους προμηθευτές και στις υποχρεώσεις τους, ενώ οι ίδιοι πολλές φορές βάζουν τελευταίες τις προσωπικές τους ανάγκες.
Αυτή είναι μια πραγματικότητα που αξίζει να ακουστεί. Και δεν αφορά μόνο τους επαγγελματίες. Αφορά και τον εργαζόμενο που δεν μπορεί να ψωνίσει, τον συνταξιούχο που μετρά τα κέρματα, τον γονιό που στερείται για να μη λείψει τίποτα από το παιδί του. Αφορά όλους εκείνους που ζουν σε αυτή την πόλη και προσπαθούν καθημερινά να τα βγάλουν πέρα.
Στο Πέραμα, ο μικρός επαγγελματίας και ο καταναλωτής δεν βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Βρίσκονται στην ίδια πλευρά της οικονομικής δυσκολίας. Ο ένας προσπαθεί να πουλήσει για να επιβιώσει και ο άλλος προσπαθεί να αγοράσει χωρίς να ξεπεράσει τις δυνατότητές του. Και οι δύο παλεύουν με την ίδια πραγματικότητα, απλώς από διαφορετική θέση.
Γι’ αυτό και το πρόβλημα δεν λύνεται με συνθήματα. Δεν αρκεί να λέμε «στηρίξτε τα μαγαζιά της γειτονιάς». Πρέπει να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε οι κάτοικοι να μπορούν να τα στηρίζουν και οι επαγγελματίες να μπορούν να επιβιώνουν. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τον μικρό επιχειρηματία να αντέχει διαρκώς και από τον καταναλωτή να ξοδεύει χρήματα που δεν έχει.
Γιατί, τελικά, τι αξία έχει να μιλάμε για ανάπτυξη μιας πόλης, όταν οι άνθρωποί της δυσκολεύονται να ζήσουν και οι μικρές επιχειρήσεις της αγωνίζονται να μη βάλουν λουκέτο;
Το Πέραμα δεν χρειάζεται μόνο όμορφα λόγια για την επιχειρηματικότητα. Χρειάζεται ουσιαστικές πρωτοβουλίες, συνεργασία και πραγματικό ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που κρατούν καθημερινά ζωντανή την αγορά του. Γιατί πίσω από κάθε μικρό κατάστημα υπάρχει ένας άνθρωπος, μια οικογένεια, μια προσπάθεια και πολλές φορές ένας ολόκληρος αγώνας ζωής.
Και ας μην ξεχνάμε κάτι: Όταν κλείνει ένα μικρό μαγαζί, δεν χάνει μόνο ο ιδιοκτήτης του. Χάνει και η γειτονιά, χάνει η αγορά, χάνει ολόκληρη η πόλη.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσο ακόμη θα αντέξουν οι μικροί επαγγελματίες του Περάματος. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα περιμένουμε για να τους στηρίξουμε ουσιαστικά.
Γιατί αν μια μέρα κοιτάξουμε γύρω μας και δούμε περισσότερα κατεβασμένα ρολά παρά ανοιχτά καταστήματα, τότε θα είναι αργά να αναρωτηθούμε ποιος έφταιξε.
