Ελευθερία λόγου και απόψεων: Πού τελειώνει η ελευθερία και πού αρχίζει η κατάχρησή της;
Ελευθερία λόγου ή δημόσια διαπόμπευση; Ποιος βάζει τα όρια στον ψηφιακό κόσμο;
Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι έχουμε φωνή. Ένα κινητό, ένας υπολογιστής και μια σύνδεση στο διαδίκτυο αρκούν για να εκφράσουμε την άποψή μας, να καταγγείλουμε μια αδικία, να ασκήσουμε κριτική ή να μοιραστούμε μια πληροφορία. Όμως, μέσα σε αυτή την απεριόριστη δυνατότητα έκφρασης, μήπως έχουμε αρχίσει να μπερδεύουμε την ελευθερία του λόγου με το δικαίωμα να καταστρέφουμε δημόσια έναν άνθρωπο;
Κάποτε, για να ακουστεί μια άποψη δημόσια, έπρεπε να περάσει μέσα από μια εφημερίδα, έναν ραδιοφωνικό σταθμό ή ένα τηλεοπτικό κανάλι. Σήμερα, ο καθένας μπορεί να γίνει πομπός ειδήσεων, σχολιαστής, επικριτής, ακόμη και αυτοδιορισμένος δικαστής. Και αυτό, από τη μία πλευρά, είναι μια τεράστια κατάκτηση. Γιατί η ενημέρωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο των λίγων.
Από την άλλη, όμως, δημιουργείται ένα σοβαρό ερώτημα. Ποιος ελέγχει την αλήθεια όσων δημοσιεύονται; Και ποιος προστατεύει εκείνον που βρίσκεται ξαφνικά στο στόχαστρο εκατοντάδων ή χιλιάδων ανθρώπων;
Η ελευθερία του λόγου δεν είναι ελευθερία εξόντωσης
Η ελευθερία της έκφρασης είναι ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Είναι το δικαίωμα να διαφωνούμε, να ασκούμε κριτική, να αμφισβητούμε την εξουσία και να λέμε τη γνώμη μας, ακόμη κι όταν αυτή ενοχλεί.
Όμως υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στην κριτική και στη δημόσια διαπόμπευση.
Άλλο είναι να διαφωνώ με όσα λες και άλλο να προσπαθώ να σε εξευτελίσω. Άλλο είναι να καταγγέλλω μια συμπεριφορά με στοιχεία και άλλο να δημοσιεύω ανεπιβεβαίωτες κατηγορίες, αφήνοντας τον καθένα να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Και δυστυχώς, στα κοινωνικά δίκτυα αυτή η διαχωριστική γραμμή πολλές φορές χάνεται.
Ένα σχόλιο, μια φωτογραφία, ένα βίντεο κομμένο στη μέση ή μια ανάρτηση χωρίς αποδείξεις μπορούν μέσα σε λίγα λεπτά να μετατρέψουν έναν άνθρωπο σε στόχο. Να γεμίσουν οι σελίδες με προσβολές, ειρωνείες, απειλές και χαρακτηρισμούς.
Και το χειρότερο; Πολλοί συμμετέχουν χωρίς καν να γνωρίζουν τι πραγματικά έχει συμβεί.
Γιατί είναι εύκολο να πατήσεις ένα κουμπί και να καταδικάσεις κάποιον. Το δύσκολο είναι να σταθείς, να σκεφτείς και να αναρωτηθείς αν αυτό που διάβασες είναι αλήθεια.
Όταν τα κοινωνικά δίκτυα μετατρέπονται σε λαϊκά δικαστήρια
Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου πολλές φορές η απόφαση βγαίνει πριν ακόμη ακουστούν όλες οι πλευρές.
Κάποιος γράφει μια καταγγελία. Κάποιος άλλος την αναδημοσιεύει. Ένας τρίτος προσθέτει τη δική του εκδοχή. Και ξαφνικά μια ιστορία, που μπορεί να μην έχει καν επιβεβαιωθεί, παρουσιάζεται ως αδιαμφισβήτητο γεγονός.
Δεν υπάρχουν αποδείξεις, δεν υπάρχει αντίλογος, δεν υπάρχει η δυνατότητα να ακουστεί η άλλη πλευρά. Υπάρχουν μόνο σχόλια, κοινοποιήσεις και ένας ψηφιακός όχλος που πολλές φορές διψά περισσότερο για καταδίκη παρά για αλήθεια.
Και ας μην ξεχνάμε κάτι πολύ σημαντικό. Πίσω από κάθε προφίλ υπάρχει ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που μπορεί να έχει οικογένεια, παιδιά, εργασία, κοινωνική ζωή. Ένας άνθρωπος που μπορεί να δει την προσωπικότητά του να διασύρεται μέσα σε λίγες ώρες.
Ακόμη κι αν αργότερα αποδειχθεί ότι όσα γράφτηκαν ήταν ψευδή, ποιος θα αποκαταστήσει τη ζημιά;
Ποιος θα ζητήσει συγγνώμη; Ποιος θα σβήσει τις κοινοποιήσεις; Ποιος θα μαζέψει τις κουβέντες που ειπώθηκαν;
Γιατί στο διαδίκτυο μια κατηγορία μπορεί να ταξιδέψει παντού, αλλά η αποκατάσταση της αλήθειας σπάνια έχει την ίδια απήχηση.
Πολιτική εξουσία και ενημέρωση: Μια σχέση που χρειάζεται διαρκή έλεγχο
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, εξίσου σημαντική. Η σχέση της πολιτικής εξουσίας με τα μέσα ενημέρωσης.
Σε μια πραγματική δημοκρατία, η δημοσιογραφία οφείλει να ελέγχει την εξουσία και όχι να λειτουργεί ως προέκτασή της. Ο δημοσιογράφος πρέπει να μπορεί να ερευνά, να αποκαλύπτει, να ρωτά και να ασκεί κριτική χωρίς φόβο και χωρίς εξαρτήσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μέσο ενημέρωσης ή κάθε δημοσιογράφος λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Σημαίνει όμως ότι η ανεξαρτησία της ενημέρωσης πρέπει να προστατεύεται διαρκώς.
Γιατί όταν η ενημέρωση επηρεάζεται από πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα, ο πολίτης κινδυνεύει να λαμβάνει μια επιλεκτική εικόνα της πραγματικότητας.
Και εδώ γεννιούνται ερωτήματα που δεν πρέπει να φοβόμαστε να θέσουμε.
Πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι η ενημέρωση όταν υπάρχουν οικονομικές εξαρτήσεις; Πόσο εύκολα ακούγονται όλες οι απόψεις; Πόσο χώρο έχουν οι αποκαλύψεις που ενοχλούν την εκάστοτε εξουσία; Και τελικά, ποιος αποφασίζει ποια είδηση θα προβληθεί και ποια θα περάσει στα ψιλά;
Από την άλλη πλευρά, ούτε η επίκληση της δημοσιογραφικής ιδιότητας μπορεί να αποτελεί ασπίδα απέναντι στην ευθύνη. Η δημοσιογραφία έχει δύναμη και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται τεκμηρίωση, διασταύρωση και σεβασμό στα γεγονότα.
Η ελευθερία του Τύπου δεν σημαίνει απουσία ευθύνης. Σημαίνει ανεξαρτησία, δικαίωμα στον έλεγχο της εξουσίας και υποχρέωση απέναντι στην αλήθεια.
Η παραπληροφόρηση έγινε καθημερινότητα
Σήμερα δεν χρειάζεται να κατασκευάσει κάποιος μια ολόκληρη ιστορία για να παραπλανήσει το κοινό. Μερικές φορές αρκεί ένας παραπλανητικός τίτλος, μια παλιά φωτογραφία που παρουσιάζεται ως σημερινή ή ένα μικρό απόσπασμα από μια μεγαλύτερη συζήτηση.
Και επειδή οι περισσότεροι διαβάζουμε γρήγορα, συχνά στεκόμαστε μόνο στον τίτλο.
Δεν ανοίγουμε το άρθρο. Δεν αναζητούμε την πηγή. Δεν ελέγχουμε την ημερομηνία. Δεν αναρωτιόμαστε αν υπάρχει κάποια άλλη εκδοχή.
Απλώς κοινοποιούμε.
Έτσι, χωρίς απαραίτητα να το θέλουμε, γινόμαστε κι εμείς μέρος της παραπληροφόρησης.
Και όσο περισσότερο μια είδηση προκαλεί θυμό, φόβο ή αγανάκτηση, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η διάδοσή της.
Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια κοινωνία που πολλές φορές αντιδρά πριν ενημερωθεί και καταδικάζει πριν καταλάβει.
Η ανωνυμία πίσω από την οθόνη
Ένα ακόμη φαινόμενο που αξίζει να μας προβληματίσει είναι η ευκολία με την οποία ορισμένοι άνθρωποι προσβάλλουν άλλους πίσω από μια οθόνη.
Λόγια που δύσκολα θα έλεγαν κοιτώντας κάποιον στα μάτια, τα γράφουν δημόσια χωρίς δεύτερη σκέψη.
Βρισιές, απειλές, προσωπικοί χαρακτηρισμοί, χλευασμός για την εμφάνιση, την οικογένεια, την εργασία ή την προσωπική ζωή.
Και όλα αυτά πολλές φορές στο όνομα της ελευθερίας του λόγου.
Η ανωνυμία βέβαια δεν είναι από μόνη της κάτι κακό. Μπορεί να προστατεύει ανθρώπους που φοβούνται να μιλήσουν, εργαζομένους που καταγγέλλουν παρανομίες ή πολίτες που εκφράζουν απόψεις σε δύσκολες συνθήκες.
Όμως η ανωνυμία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε άλλοθι για εκφοβισμό και στοχοποίηση.
Δεν είναι μαγκιά να κρύβεσαι πίσω από ένα πληκτρολόγιο και να πληγώνεις ανθρώπους. Μαγκιά είναι να έχεις άποψη, να την υποστηρίζεις με επιχειρήματα και να σέβεσαι ακόμη κι εκείνον που διαφωνεί μαζί σου.
Ποιος βάζει τελικά τα όρια;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα.
Πρέπει να παρεμβαίνει το κράτος; Πρέπει να αποφασίζουν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης; Ή μήπως η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά σε εμάς τους ίδιους;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή.
Αν δεν υπάρχουν κανόνες, κινδυνεύουμε να αφήσουμε ανεξέλεγκτη τη συκοφαντία, τις απειλές και τη διαδικτυακή παρενόχληση.
Αν όμως οι περιορισμοί γίνουν υπερβολικοί ή ασαφείς, υπάρχει ο κίνδυνος να φιμώνονται νόμιμες απόψεις, αποκαλύψεις και ενοχλητικές αλήθειες.
Γι’ αυτό τα όρια πρέπει να είναι ξεκάθαρα, δίκαια και να εφαρμόζονται με σεβασμό στα δικαιώματα όλων.
Δεν μπορεί κάθε σκληρή κριτική να βαφτίζεται προσβολή. Ούτε όμως κάθε προσβολή να παρουσιάζεται ως ελεύθερη έκφραση.
Δεν μπορεί ένας πολιτικός, ένας δημόσιος λειτουργός ή οποιοσδήποτε ασκεί εξουσία να απαιτεί να μένει στο απυρόβλητο. Ο δημόσιος έλεγχος είναι απαραίτητος.
Αλλά δεν μπορεί και ο κάθε πολίτης να μετατρέπεται σε δημόσιο στόχο χωρίς στοιχεία, χωρίς μέτρο και χωρίς σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στους δημοσιογράφους
Ας είμαστε όμως δίκαιοι. Δεν φταίνε πάντα τα μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικοί ή οι πλατφόρμες.
Έχουμε κι εμείς ευθύνη.
Κάθε φορά που κοινοποιούμε μια ανεπιβεβαίωτη είδηση. Κάθε φορά που σχολιάζουμε χωρίς να γνωρίζουμε. Κάθε φορά που συμμετέχουμε στον δημόσιο εξευτελισμό ενός ανθρώπου επειδή το κάνουν και οι υπόλοιποι.
Η δύναμη που μας έδωσε το διαδίκτυο συνοδεύεται και από μια υποχρέωση. Να σκεφτόμαστε πριν δημοσιεύσουμε.
Να ελέγχουμε πριν κατηγορήσουμε. Να διαχωρίζουμε το γεγονός από την προσωπική μας εκτίμηση. Να θυμόμαστε ότι η διαφορετική άποψη δεν κάνει κάποιον εχθρό μας.
Και κυρίως, να μην ξεχνάμε ότι η αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου δεν είναι παιχνίδι για να κερδίζουμε likes, σχόλια και κοινοποιήσεις.
Η δική μου ματιά…
Προσωπικά, πιστεύω πως η ελευθερία του λόγου είναι πολύτιμη για να την παραδώσουμε στον φόβο, αλλά και πολύ σημαντική για να την αφήσουμε να μετατραπεί σε εργαλείο δημόσιου εξευτελισμού.
Θέλω να μπορώ να εκφράζω τη γνώμη μου. Να διαφωνώ με την πολιτική εξουσία, να ασκώ κριτική σε πρόσωπα και καταστάσεις, να γράφω όσα με προβληματίζουν και να θέτω ερωτήματα που ίσως ενοχλούν.
Θέλω όμως το ίδιο δικαίωμα να το έχει και εκείνος που διαφωνεί μαζί μου.
Δεν θεωρώ ότι όποιος έχει διαφορετική άποψη είναι εχθρός. Ούτε ότι επειδή κάποιος εκτίθεται δημόσια, χάνει το δικαίωμα στον σεβασμό.
Και πάνω απ’ όλα, δεν πιστεύω ότι η αλήθεια χρειάζεται φωνές, ύβρεις και δημόσιες εκτελέσεις χαρακτήρων για να αποδειχθεί.
Χρειάζεται στοιχεία, επιχειρήματα, θάρρος και υπευθυνότητα.
Γιατί τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι σήμερα όλοι μπορούμε να μιλήσουμε. Αυτό είναι μια κατάκτηση που πρέπει να προστατεύσουμε.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν σταματάμε να ακούμε, όταν θεωρούμε τη δική μας αλήθεια μοναδική και όταν πιστεύουμε πως έχουμε το δικαίωμα να ισοπεδώνουμε οποιονδήποτε διαφωνεί μαζί μας.
Ας αναρωτηθούμε λοιπόν κάτι πολύ απλό.
Θέλουμε έναν ψηφιακό κόσμο όπου θα ακούγονται ελεύθερα όλες οι φωνές ή έναν κόσμο όπου όποιος φωνάζει περισσότερο θα έχει και το δικαίωμα να καταδικάζει τους υπόλοιπους;
Γιατί η πραγματική ελευθερία δεν φαίνεται μόνο από το πόσο δυνατά μπορούμε να μιλήσουμε.
Φαίνεται και από το πόσο σεβόμαστε το δικαίωμα του άλλου να υπάρχει, να διαφωνεί και να ακούγεται.
Xrys’Pa Blog — Η δική μου ματιά, χωρίς περιστροφές.
