Πληρωνόμαστε για να πληρώνουμε!
Πληρωνόμαστε και πριν προλάβουμε να χαρούμε ότι μπήκε ο μισθός, τα λεφτά έχουν κάνει φτερά. Ρεύμα, νερό, νοίκι, σούπερ μάρκετ, βενζίνη, παιδιά, φροντιστήρια, δόσεις… Και στο τέλος τι μένει; Ένα άδειο πορτοφόλι και η ίδια αγωνία: «Πώς θα βγάλουμε πάλι τον μήνα;»
Αυτή είναι η πραγματικότητα για χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά. Και όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι η οικονομία πηγαίνει καλά, η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο πορτοφόλι του εργαζόμενου, στο καλάθι του σούπερ μάρκετ και στο τραπέζι της κάθε οικογένειας. Γιατί, κακά τα ψέματα, με τα ωραία λόγια δεν γεμίζει το ψυγείο και με τις ανακοινώσεις δεν πληρώνεται η ΔΕΗ.
Αλήθεια, έχετε σκεφτεί πόσες ώρες δουλεύει σήμερα ένας άνθρωπος για να καταφέρει απλώς να πληρώσει τις υποχρεώσεις του; Ξυπνάει από τα χαράματα, τρέχει στη δουλειά, γυρίζει κουρασμένος στο σπίτι και το μόνο που τον περιμένει είναι μια στοίβα λογαριασμοί. Και μόλις μπει ο μισθός, αρχίζει το γνωστό μοίρασμα. Τόσα για το νοίκι, τόσα για το ρεύμα, τόσα για το σούπερ μάρκετ, τόσα για τη δόση, τόσα για τα παιδιά. Και ξαφνικά κοιτάς τον λογαριασμό σου και αναρωτιέσαι: «Καλά, πότε πληρώθηκα και πότε τελείωσαν;»
Και το χειρότερο είναι ότι δεν έχεις κάνει καμία σπατάλη. Δεν έχεις πάει διακοπές, δεν έχεις αγοράσει τίποτα σπουδαίο, δεν έχεις κάνει κάποια πολυτέλεια. Απλώς προσπάθησες να ζήσεις. Κι όμως, σήμερα ακόμη και αυτό μοιάζει με πολυτέλεια. Έχουμε φτάσει στο σημείο να εργαζόμαστε όχι για να ζούμε, αλλά για να πληρώνουμε. Να περιμένουμε τον μισθό με αγωνία και να τον αποχαιρετάμε μέσα σε λίγες ημέρες.
Θυμάστε κάποτε που πηγαίναμε στο σούπερ μάρκετ και γεμίζαμε το καρότσι; Σήμερα μπαίνεις μέσα με 50 ευρώ και αναρωτιέσαι τι να πρωτοπάρεις. Λίγο κρέας, λίγο γάλα, ψωμί, τυρί, μακαρόνια, μερικά πράγματα για το σπίτι και τέλος τα λεφτά. Κοιτάς τις τιμές στα ράφια και πολλές φορές ξαναβάζεις πίσω κάτι που ήθελες να αγοράσεις. Και δεν μιλάμε για χαβιάρι και σαμπάνιες. Μιλάμε για τα βασικά, για τρόφιμα που πρέπει να υπάρχουν σε κάθε σπίτι.
Έχουμε φτάσει στο σημείο να κυνηγάμε τις προσφορές σαν να ψάχνουμε θησαυρό. Να γυρίζουμε από το ένα σούπερ μάρκετ στο άλλο για να γλιτώσουμε δύο και τρία ευρώ. Να συγκρίνουμε τιμές, να μετράμε τα ψιλά και να σκεφτόμαστε δύο φορές ακόμη και την πιο απλή αγορά. Και μετά ακούμε ότι ο πληθωρισμός μειώνεται. Μπορεί να μειώνεται ο ρυθμός που ανεβαίνουν οι τιμές, αλλά οι τιμές που έχουν ήδη ανέβει δεν γυρίζουν έτσι απλά πίσω. Και το πορτοφόλι μας το καταλαβαίνει καλύτερα από οποιονδήποτε οικονομικό αναλυτή.
Και μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση υπάρχει κάτι που πονάει ακόμη περισσότερο. Τα παιδιά μας. Γιατί το πιο δύσκολο για έναν γονιό δεν είναι να στερηθεί ο ίδιος κάτι. Είναι να χρειαστεί να πει «όχι» στο παιδί του. Όχι γιατί δεν θέλει να του το προσφέρει, όχι γιατί το παιδί ζητάει κάτι υπερβολικό, αλλά γιατί πολύ απλά δεν μπορεί. «Μαμά, μπορώ να πάω στην εκδρομή;», «Μπαμπά, μπορώ να ξεκινήσω ένα άθλημα;», «Μπορούμε να πάμε κάπου το Σαββατοκύριακο;». Και εσύ κάθεσαι και σκέφτεσαι αν θα περισσέψουν χρήματα. Προσπαθείς να βρεις μια δικαιολογία για να μη στενοχωρήσεις το παιδί, ενώ μέσα σου στενοχωριέσαι ακόμη περισσότερο.
Γιατί κανένας γονιός δεν θέλει να βλέπει το παιδί του να στερείται. Κανένας γονιός δεν θέλει να αισθάνεται ότι, όσο κι αν δουλεύει, δεν καταφέρνει να του προσφέρει όσα χρειάζεται. Και ας μην ξεχνάμε κάτι ακόμη. Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη μόνο από χρήματα. Έχουν ανάγκη και από τους γονείς τους. Μόνο που σήμερα πολλοί γονείς δουλεύουν τόσο πολύ, που όταν επιστρέφουν στο σπίτι δεν έχουν κουράγιο ούτε να μιλήσουν. Και τελικά τι κερδίζουμε; Δουλεύουμε για να προσφέρουμε στα παιδιά μας μια καλύτερη ζωή και στο τέλος χάνουμε τις στιγμές που θα έπρεπε να ζούμε μαζί τους.
Κάθε τόσο ακούμε για αυξήσεις μισθών, για οικονομική ανάπτυξη, για μέτρα στήριξης και για καλύτερες ημέρες. Ωραία όλα αυτά. Αλλά ας μας απαντήσει κάποιος σε μια απλή ερώτηση. Αν παίρνω λίγα ευρώ παραπάνω και χρειάζομαι πολύ περισσότερα για να ζήσω, πού ακριβώς είναι το κέρδος μου; Τι να την κάνω την αύξηση όταν την έχει φάει το σούπερ μάρκετ πριν καλά καλά την πάρω; Τι να την κάνω όταν το νοίκι έχει γίνει ένας δεύτερος μισθός; Τι να την κάνω όταν φοβάμαι να ανοίξω τον λογαριασμό του ρεύματος;
Δεν λέω ότι δεν πρέπει να γίνονται αυξήσεις. Φυσικά και πρέπει. Αλλά οι αυξήσεις πρέπει να έχουν πραγματικό αντίκρισμα στην καθημερινότητα. Γιατί ο κόσμος δεν ζει με ποσοστά και στατιστικές. Ο κόσμος ζει με όσα του μένουν στην τσέπη. Και για πολλούς δεν μένει σχεδόν τίποτα. Μπορεί στα χαρτιά να παρουσιάζεται μια οικονομία που αναπτύσσεται, αλλά όταν ο εργαζόμενος δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, τότε κάτι δεν πηγαίνει καλά.
Κάποτε μια οικογένεια έβαζε έναν στόχο. Να αγοράσει ένα σπίτι, να αλλάξει αυτοκίνητο, να πάει λίγες ημέρες διακοπές, να κρατήσει κάποια χρήματα στην άκρη για μια δύσκολη στιγμή. Σήμερα για πολλούς όλα αυτά έχουν πάει περίπατο. Το μεγάλο κατόρθωμα είναι να φτάσεις μέχρι την επόμενη πληρωμή χωρίς να χρειαστεί να δανειστείς. Να μη χρωστάς στο ρεύμα, να μη μείνει απλήρωτη κάποια δόση, να μη χρειαστεί να ζητήσεις βοήθεια από τους γονείς σου, που πολλές φορές προσπαθούν κι εκείνοι να τα βγάλουν πέρα με μια σύνταξη.
Και αν σου τύχει κάτι έκτακτο; Αν χαλάσει το αυτοκίνητο; Αν χρειαστεί να πας στον γιατρό; Αν χαλάσει το ψυγείο ή το πλυντήριο; Εκεί αρχίζει ο πραγματικός πονοκέφαλος. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα στην άκρη. Ζούμε με το άγχος της επόμενης ημέρας και έχουμε ξεχάσει πώς είναι να κάνεις σχέδια για το αύριο. Έχουμε μάθει να ζούμε μήνα με τον μήνα, χωρίς καμία ασφάλεια, χωρίς την πολυτέλεια να προγραμματίσουμε κάτι παραπάνω.
Και μετά έρχονται κάποιοι να μας δώσουν συμβουλές για οικονομία. Να περιορίσουμε τα έξοδα, να κάνουμε καλύτερη διαχείριση, να αποταμιεύουμε. Μα τι άλλο να κόψει μια οικογένεια; Το φαγητό; Το ρεύμα; Τα φάρμακα; Το φροντιστήριο του παιδιού; Τη βενζίνη που χρειάζεται για να πάει στη δουλειά; Γιατί καλό είναι να μιλάμε για οικονομία, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορείς να κάνεις οικονομία σε χρήματα που δεν σου περισσεύουν.
Και ας σταματήσουμε επιτέλους να αντιμετωπίζουμε κάθε οικογένεια που δυσκολεύεται σαν να φταίει η ίδια επειδή δεν ξέρει να διαχειρίζεται τα χρήματά της. Υπάρχουν άνθρωποι που μετρούν μέχρι και το τελευταίο ευρώ. Που δεν βγαίνουν, δεν διασκεδάζουν, δεν αγοράζουν τίποτα περιττό. Και πάλι δεν τους φτάνουν. Δεν είναι όλοι σπάταλοι. Δεν είναι όλοι κακοί διαχειριστές. Μερικές φορές το πρόβλημα δεν είναι ότι ξοδεύεις πολλά. Είναι ότι αυτά που βγάζεις δεν φτάνουν ούτε για τα απαραίτητα.
Και εδώ είναι που αναρωτιέμαι πραγματικά: Ως πότε θα μας ζητούν να κάνουμε υπομονή; Χρόνια τώρα ακούμε την ίδια λέξη. Υπομονή στην οικονομική κρίση, υπομονή στα μνημόνια, υπομονή στην πανδημία, υπομονή στην ενεργειακή κρίση, υπομονή στην ακρίβεια. Μα πόση υπομονή μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος; Πόσα χρόνια μπορεί μια οικογένεια να ζει με το άγχος; Πόσο μπορεί να αντέξει ένας εργαζόμενος που δουλεύει όλη μέρα και στο τέλος αισθάνεται ότι απλώς επιβιώνει;
Και εδώ υπάρχει και πολιτική ευθύνη. Γιατί δεν μπορεί η πολιτεία να αρκείται στο να ανακοινώνει μέτρα και να θεωρεί ότι έκανε το καθήκον της. Δεν αρκεί να μας λένε ότι η οικονομία αναπτύσσεται. Πρέπει αυτή η ανάπτυξη να φτάνει και στο σπίτι του απλού ανθρώπου. Να μπορεί ο εργαζόμενος να ζει από τον μισθό του, να μπορεί ο συνταξιούχος να αγοράζει τα φάρμακά του χωρίς να σκέφτεται τι θα στερηθεί, να μπορεί ένα νέο ζευγάρι να νοικιάσει σπίτι και να κάνει οικογένεια. Και να μη χρειάζεται ο κάθε γονιός να γίνεται μάγος για να βγάλει τον μήνα.
Γιατί, συγγνώμη κιόλας , αλλά η αξιοπρεπής ζωή δεν είναι χάρη που μας κάνει κανένας. Δεν είναι πολυτέλεια και δεν είναι προνόμιο για λίγους. Είναι κάτι που κάθε άνθρωπος πρέπει να μπορεί να διεκδικεί. Και όταν κάποιος εργάζεται καθημερινά, προσπαθεί, πληρώνει τους φόρους και τις υποχρεώσεις του, αλλά στο τέλος δεν του μένουν ούτε τα απαραίτητα, τότε δεν μπορεί να του ζητάμε απλώς να κάνει κι άλλη υπομονή.
Αυτό είναι που πρέπει να καταλάβουν όσοι παίρνουν αποφάσεις. Ο περισσότερος κόσμος δεν ζητάει παλάτια, πολυτελή αυτοκίνητα και ταξίδια στις Μαλδίβες. Ζητάει να μπορεί να πάει στο σούπερ μάρκετ χωρίς να παθαίνει σοκ στο ταμείο. Να μπορεί να πληρώνει τους λογαριασμούς του. Να μπορεί να αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια στο παιδί του χωρίς να πρέπει να στερηθεί κάτι άλλο. Να μπορεί να βγει μια Κυριακή με την οικογένειά του για έναν καφέ ή ένα φαγητό χωρίς να αισθάνεται ότι έκανε οικονομικό έγκλημα. Να μπορεί, τέλος πάντων, να χαρεί λίγο τη ζωή του.
Γιατί δεν γεννηθήκαμε μόνο για να δουλεύουμε και να πληρώνουμε. Δεν μπορεί να περνάει η ζωή μας μέσα σε λογαριασμούς, δόσεις, χρέη και συνεχές άγχος. Και δεν μπορεί κάθε φορά που κάποιος διαμαρτύρεται για την ακρίβεια να του απαντούν με αριθμούς και στατιστικές. Ας αφήσουν για λίγο τους αριθμούς και ας μπουν σε ένα συνηθισμένο ελληνικό σπίτι. Ας καθίσουν στο τραπέζι μιας οικογένειας την ημέρα που πληρώνεται. Ας δουν πόσα χρήματα μπαίνουν και πόσα φεύγουν. Ας πάνε μαζί της στο σούπερ μάρκετ. Ας ακούσουν έναν γονιό να εξηγεί στο παιδί του γιατί δεν μπορεί να του αγοράσει κάτι. Και μετά ας μας μιλήσουν για την πραγματική κατάσταση της οικονομίας.
Δεν ξέρω πόσο ακόμη μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Ξέρω όμως ότι μια οικογένεια δεν μπορεί να ζει μια ζωή με το κομπιουτεράκι στο χέρι. Δεν μπορεί να μετράει τις ημέρες μέχρι να πληρωθεί και μετά να μετράει τις ημέρες μέχρι να τελειώσουν τα χρήματα. Δεν μπορεί να φοβάται κάθε έκτακτο έξοδο. Δεν μπορεί να αισθάνεται ότι όσο περισσότερο προσπαθεί τόσο λιγότερα καταφέρνει. Και πάνω απ’ όλα, δεν μπορεί να χάνει την αξιοπρέπειά της μέσα σε μια καθημερινή μάχη επιβίωσης.
Δεν θέλω να μηδενίσω τα πάντα. Ούτε να ισχυριστώ ότι όλα τα προβλήματα λύνονται με ένα μαγικό ραβδί. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όταν ένας άνθρωπος εργάζεται κανονικά και ο μισθός του δεν του φτάνει για να ζήσει, κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Και όταν αυτό συμβαίνει σε τόσες οικογένειες, τότε δεν μιλάμε απλώς για ένα προσωπικό πρόβλημα. Μιλάμε για ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα που απαιτεί λύσεις.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πραγματική ευημερία μιας χώρας δεν φαίνεται μόνο στα οικονομικά της στοιχεία. Φαίνεται στο αν οι άνθρωποί της μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Στο αν ένας γονιός μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά του χωρίς να φοβάται την επόμενη ημέρα. Στο αν ένας εργαζόμενος μπορεί να χαρεί τον κόπο του. Στο αν ένας συνταξιούχος μπορεί να ζήσει χωρίς να μετράει τα ψιλά του.
Και θα κλείσω με μια πολύ απλή σκέψη. Όταν ένας μισθός τελειώνει στις 15 του μήνα, κάποιος πρέπει να μας εξηγήσει πώς ακριβώς θα ζήσουμε τις υπόλοιπες 15 ημέρες. Γιατί οι λογαριασμοί δεν περιμένουν, τα παιδιά δεν σταματούν να έχουν ανάγκες, το ψυγείο δεν γεμίζει μόνο του και η ζωή δεν μπαίνει σε αναμονή μέχρι την επόμενη πληρωμή.
Οπότε, αντί να μας λένε συνεχώς πόσο καλά πηγαίνει η οικονομία, μήπως ήρθε η ώρα να μας πουν πότε επιτέλους θα αρχίσει να πηγαίνει καλά και η ζωή μας;
Γιατί, στο κάτω κάτω, δεν ζητάμε να ζούμε σαν βασιλιάδες. Ζητάμε να μη χρειάζεται να παλεύουμε κάθε μήνα για τα αυτονόητα.
Xrys’Pa Blog
Με τη δική μου ματιά και χωρίς περιστροφές.
