0

Γιατί όλο και περισσότεροι πολίτες αισθάνονται ότι η φωνή τους δεν ακούγεται;

Ζούμε σε μια χώρα όπου όλοι μιλούν για τον πολίτη, αλλά πόσοι πραγματικά τον ακούν; Πολιτικοί, κυβερνήσεις, κόμματα και κάθε λογής εκπρόσωποι της εξουσίας δηλώνουν καθημερινά ότι βρίσκονται δίπλα στην κοινωνία. Όμως, η πραγματικότητα που βιώνει ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου μοιάζει εντελώς διαφορετική. Ο πολίτης μιλάει, διαμαρτύρεται, αγωνιά, ζητά λύσεις… και πολλές φορές νιώθει πως μιλάει σε τοίχο.

      Υπάρχει μια φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα στις καθημερινές συζητήσεις: «Και τι θα αλλάξει αν μιλήσω; Ποιος θα με ακούσει;». Μια φράση απλή, αλλά ταυτόχρονα τόσο απογοητευτική. Γιατί πίσω της κρύβεται κάτι πολύ πιο σοβαρό από μια απλή δυσαρέσκεια. Κρύβεται η σταδιακή απώλεια της εμπιστοσύνης του πολίτη απέναντι σε εκείνους που υποτίθεται ότι τον εκπροσωπούν. Και το χειρότερο δεν είναι ότι ο κόσμος θυμώνει. Το χειρότερο είναι ότι αρχίζει να συνηθίζει στην ιδέα πως τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.

     Ας μιλήσουμε απλά, χωρίς μεγάλες πολιτικές αναλύσεις και βαρύγδουπες εκφράσεις. Ο άνθρωπος που σηκώνεται κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά του, που προσπαθεί να πληρώσει το ρεύμα, το νοίκι, το σούπερ μάρκετ και τις υποχρεώσεις της οικογένειάς του, δεν ενδιαφέρεται μόνο για τα ποσοστά ανάπτυξης και τους οικονομικούς δείκτες. Ενδιαφέρεται να ξέρει αν θα του φτάσουν τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα. Αν θα μπορέσει να προσφέρει στα παιδιά του όσα χρειάζονται. Αν θα καταφέρει να ζήσει με αξιοπρέπεια χωρίς να μετράει καθημερινά ακόμη και το τελευταίο ευρώ.

      Ο γονιός που βλέπει το σχολείο του παιδιού του να αντιμετωπίζει ελλείψεις δεν θέλει άλλες υποσχέσεις. Θέλει λύσεις. Ο ηλικιωμένος που περιμένει μήνες για ένα ιατρικό ραντεβού δεν θέλει να ακούει μόνο για μεταρρυθμίσεις στην Υγεία. Θέλει να μπορεί να εξεταστεί όταν το χρειάζεται. Ο νέος που δουλεύει και παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί να νοικιάσει ένα σπίτι ή να σχεδιάσει το μέλλον του δεν χρειάζεται κάποιον να του εξηγήσει πόσο καλά πηγαίνει η οικονομία. Χρειάζεται προοπτική. Κι όμως, πολλές φορές υπάρχει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα σε όσα παρουσιάζονται ως επιτυχίες και σε όσα βιώνει ο απλός άνθρωπος. Αυτή η απόσταση είναι που γεννά την απογοήτευση.

     Ένα από τα μεγαλύτερα παράπονα που ακούγονται είναι ότι οι πολιτικοί θυμούνται τον κόσμο κυρίως όταν πλησιάζει η ώρα της κάλπης. Τότε οι πόρτες ανοίγουν, τα χαμόγελα περισσεύουν, οι χειραψίες δίνουν και παίρνουν και οι υποσχέσεις γίνονται περισσότερες. Ξαφνικά όλοι ενδιαφέρονται να μάθουν τα προβλήματα της γειτονιάς, της πόλης και της κοινωνίας. Τι γίνεται όμως την επόμενη μέρα; Πόσοι συνεχίζουν να βρίσκονται πραγματικά δίπλα στους ανθρώπους που τους εμπιστεύτηκαν; Πόσοι επιστρέφουν στις γειτονιές όχι για να φωτογραφηθούν, αλλά για να ακούσουν; Πόσοι είναι διατεθειμένοι να παραδεχτούν ότι έκαναν λάθος, ότι μια απόφαση δεν απέδωσε ή ότι μια υπόσχεση δεν τηρήθηκε;  Δεν είναι όλοι οι πολιτικοί ίδιοι και θα ήταν άδικο να τους βάλουμε όλους στο ίδιο καλάθι. Υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν πραγματικά και εργάζονται με συνέπεια. Όμως, η πολιτική δεν μπορεί να είναι μια σχέση που ανανεώνεται μόνο κάθε τέσσερα χρόνια. Η ψήφος δεν είναι λευκή επιταγή. Είναι εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη χρειάζεται καθημερινή προσπάθεια για να διατηρηθεί.

    Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της εποχής μας. Έχουμε φτάσει πολλές φορές στο σημείο όποιος διαφωνεί να αντιμετωπίζεται περίπου σαν εχθρός. Αν ασκείς κριτική σε μια κυβέρνηση, κάποιοι σπεύδουν να σε χαρακτηρίσουν οπαδό της αντιπολίτευσης. Αν διαφωνείς με έναν δήμαρχο, μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετείς πολιτικά συμφέροντα. Αν καταγγείλεις ένα πρόβλημα, αντί να εξεταστεί η ουσία του, μπορεί να ξεκινήσει μια συζήτηση για το ποιος είσαι, με ποιον είσαι και τι σκοπό έχεις. Μα από πότε η διαφωνία έγινε εχθρική πράξη; Από πότε πρέπει να ανήκεις κάπου πολιτικά για να έχεις δικαίωμα να εκφράσεις μια άποψη;

  Ο πολίτης δεν χρειάζεται να είναι ούτε δεξιός ούτε αριστερός ούτε κεντρώος για να απαιτεί ένα καλύτερο σχολείο, ένα λειτουργικό νοσοκομείο, καθαρούς δρόμους, ασφάλεια και αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής. Δεν χρειάζεται κομματική ταυτότητα για να διεκδικήσει το αυτονόητο. Και κυρίως, δεν χρειάζεται την άδεια κανενός για να μιλήσει. Ο πολίτης δεν ζητά να συμφωνούν όλοι μαζί του. Ζητά να τον σέβονται.

     Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, έχουμε τη δυνατότητα να εκφραστούμε δημόσια. Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα μπορούμε να γράψουμε, να σχολιάσουμε, να καταγγείλουμε, να αναδείξουμε ένα πρόβλημα και να επικοινωνήσουμε με χιλιάδες ανθρώπους. Και όμως, παρά αυτή την τεράστια δυνατότητα επικοινωνίας, πολλοί εξακολουθούν να αισθάνονται αόρατοι. Γιατί άλλο πράγμα είναι να μπορείς να μιλήσεις και άλλο να υπάρχει κάποιος που πραγματικά θέλει να σε ακούσει.

   Πόσες φορές βλέπουμε μια σοβαρή καταγγελία να χάνεται ανάμεσα σε πολιτικούς καβγάδες, ειρωνικά σχόλια και προσωπικές επιθέσεις; Πόσες φορές η ουσία ενός προβλήματος εξαφανίζεται επειδή η συζήτηση μετατρέπεται σε αντιπαράθεση ανάμεσα σε υποστηρικτές διαφορετικών παρατάξεων; Και πόσες φορές άνθρωποι επιλέγουν τελικά να μη μιλήσουν, επειδή δεν θέλουν να γίνουν στόχος; Η ελευθερία της έκφρασης έχει αξία όταν συνοδεύεται από σεβασμό, διάλογο και διάθεση να ακούσουμε ακόμη και όσα δεν μας αρέσουν. Διαφορετικά, καταλήγουμε να μιλάμε όλοι μαζί, χωρίς να ακούμε κανέναν.

  Αν υπάρχει ένας χώρος όπου η φωνή του πολίτη θα έπρεπε να έχει άμεση σημασία, αυτός είναι η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Γιατί ο δήμος δεν είναι κάτι μακρινό. Είναι η γειτονιά μας, ο δρόμος που περπατάμε, το σχολείο των παιδιών μας, η πλατεία, η καθαριότητα, ο φωτισμός, οι κοινωνικές υπηρεσίες. Είναι όλα εκείνα που συναντάμε μόλις βγούμε από την πόρτα του σπιτιού μας. Κι όμως, πόσοι πολίτες γνωρίζουν πραγματικά πώς μπορούν να συμμετέχουν στις αποφάσεις του δήμου τους; Πόσοι αισθάνονται ότι η γνώμη τους λαμβάνεται υπόψη πριν παρθούν αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους; Και πόσοι έχουν την εντύπωση ότι οι αποφάσεις είναι ήδη ειλημμένες και η συμμετοχή τους περιορίζεται σε μια τυπική διαδικασία;

   Ένας δήμος δεν πρέπει να ακούει μόνο τους συλλόγους, τους παράγοντες, τους γνωστούς και όσους έχουν εύκολη πρόσβαση στη διοίκηση. Πρέπει να ακούει και τον άνθρωπο που δεν γνωρίζει κανέναν. Εκείνον που δεν έχει πολιτικές γνωριμίες, δεν ανήκει σε κάποια παράταξη και δεν διαθέτει δημόσιο βήμα. Γιατί η αξία της φωνής ενός δημότη δεν πρέπει να μετριέται από το πόσους γνωρίζει, αλλά από το ότι είναι ισότιμο μέλος της κοινωνίας. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει να βρίσκεται δίπλα στον δημότη και όχι να περιμένει από τον δημότη να παρακαλά για τα αυτονόητα.

    Προσωπικά, θεωρώ ότι μια κοινωνία που διαμαρτύρεται είναι μια κοινωνία που ακόμη ελπίζει. Όταν ο πολίτης φωνάζει, όταν αντιδρά, όταν απαιτεί απαντήσεις, σημαίνει ότι εξακολουθεί να πιστεύει πως κάτι μπορεί να αλλάξει. Ο πραγματικός κίνδυνος αρχίζει όταν σταματά να ενδιαφέρεται. Όταν λέει «όλοι ίδιοι είναι». Όταν αποφασίζει ότι δεν έχει νόημα να συμμετέχει. Όταν δεν πηγαίνει να ψηφίσει επειδή πιστεύει ότι η ψήφος του δεν έχει καμία αξία. Όταν βλέπει μια αδικία και γυρίζει το κεφάλι από την άλλη, όχι επειδή συμφωνεί, αλλά επειδή έχει κουραστεί να προσπαθεί.

  Τότε το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και δημοκρατικό. Γιατί η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν κάποιος προσπαθεί να περιορίσει τις ελευθερίες μας. Αποδυναμώνεται και όταν οι ίδιοι οι πολίτες παύουν να πιστεύουν στη δύναμη της συμμετοχής τους. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η οργή του πολίτη. Είναι η σιωπή του. Είναι εκείνη η στιγμή που παύει να διεκδικεί, όχι επειδή δεν έχει ανάγκες, αλλά επειδή έχει πειστεί ότι κανείς δεν πρόκειται να τον ακούσει.

  Έχουμε μάθει να συνδέουμε τη Δημοκρατία κυρίως με τις εκλογές. Ψηφίζουμε, εκλέγουμε αντιπροσώπους και περιμένουμε να κάνουν τη δουλειά τους. Όμως η Δημοκρατία δεν τελειώνει το βράδυ των εκλογών. Συνεχίζεται την επόμενη μέρα. Στον δημόσιο διάλογο, στη λογοδοσία, στη διαφάνεια, στον έλεγχο της εξουσίας και στη δυνατότητα του πολίτη να συμμετέχει ουσιαστικά. Δεν αρκεί να μας δίνεται το δικαίωμα να επιλέγουμε ποιος θα μας κυβερνήσει. Πρέπει να έχουμε και τη δυνατότητα να ελέγχουμε, να κρίνουμε και να εκφράζουμε τη γνώμη μας χωρίς να αντιμετωπιζόμαστε ως ενοχλητικοί.

    Και η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στους πολιτικούς. Ανήκει και σε εμάς. Γιατί πολλές φορές κι εμείς οι ίδιοι απαξιώνουμε τη γνώμη του διπλανού μας όταν διαφωνεί μαζί μας. Βιαζόμαστε να βάλουμε ταμπέλες, να κρίνουμε, να ειρωνευτούμε και να απορρίψουμε. Ζητάμε από την εξουσία να μας ακούει, αλλά πόσο πρόθυμοι είμαστε να ακούσουμε ο ένας τον άλλον; Η αλλαγή χρειάζεται και τα δύο. Θεσμούς που σέβονται τον πολίτη και πολίτες που σέβονται τη Δημοκρατία, ακόμη κι όταν η άποψη του άλλου είναι διαφορετική.

   Ίσως τελικά το μεγαλύτερο αίτημα της κοινωνίας να είναι πολύ πιο απλό από όσο φανταζόμαστε. Ο πολίτης δεν περιμένει θαύματα. Ξέρει ότι δεν λύνονται όλα από τη μια μέρα στην άλλη. Ξέρει ότι υπάρχουν δυσκολίες, περιορισμοί και προβλήματα που απαιτούν χρόνο. Αυτό όμως που δεν μπορεί να αποδεχτεί για πάντα είναι η αδιαφορία. Δεν θέλει να τον θυμούνται μόνο όταν χρειάζονται την ψήφο του. Δεν θέλει να αντιμετωπίζεται σαν ένας αριθμός σε μια δημοσκόπηση ή σαν ένα ποσοστό σε έναν εκλογικό χάρτη. Δεν θέλει να ακούει διαρκώς ότι όλα πηγαίνουν καλά, όταν η δική του καθημερινότητα του δείχνει κάτι διαφορετικό.

    Θέλει να τον κοιτάζουν στα μάτια, να του λένε την αλήθεια και να τον υπολογίζουν. Θέλει να μπορεί να διαφωνεί χωρίς να στοχοποιείται, να διαμαρτύρεται χωρίς να απαξιώνεται και να διεκδικεί χωρίς να αισθάνεται ότι ενοχλεί. Θέλει να γνωρίζει ότι η φωνή του έχει την ίδια αξία με τη φωνή εκείνου που έχει χρήματα, γνωριμίες, εξουσία ή πολιτική επιρροή. Γιατί σε μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία κανένας πολίτης δεν πρέπει να αισθάνεται λιγότερο σημαντικός από κάποιον άλλον.

   Ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να αναρωτιόμαστε μόνο γιατί οι πολίτες δεν εμπιστεύονται την πολιτική και να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε τι έχει κάνει η ίδια η πολιτική για να κερδίσει αυτή την εμπιστοσύνη. Γιατί ο σεβασμός δεν απαιτείται. Κερδίζεται. Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται. Χτίζεται. Και η εκπροσώπηση δεν αποδεικνύεται με λόγια και προεκλογικά συνθήματα, αλλά με πράξεις.

      Ο πολίτης δεν είναι θεατής στη Δημοκρατία. Είναι ο λόγος που υπάρχει. Και κανένας πολιτικός, κανένας θεσμός και καμία εξουσία δεν πρέπει να το ξεχνά αυτό. Γιατί μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν ακούγονται, αργά ή γρήγορα θα πάψει και η ίδια να ακούει όσους την κυβερνούν. Και τότε το χάσμα θα γίνει ακόμη μεγαλύτερο.

     Ας μην περιμένουμε λοιπόν να σωπάσουν οι πολίτες για να καταλάβουμε πόσο σημαντικό ήταν να τους ακούσουμε. Ας μην αντιμετωπίζουμε τη διαμαρτυρία σαν ενόχληση και τη διαφωνία σαν απειλή. Ας θυμηθούμε επιτέλους ότι η εξουσία δεν είναι προσωπικό προνόμιο, αλλά ευθύνη απέναντι σε εκείνους που την εμπιστεύτηκαν.

     Γιατί η φωνή του πολίτη δεν είναι ενόχληση για τη Δημοκρατία. Είναι η ίδια η δύναμή της. Και όταν αυτή η φωνή σταματήσει να ακούγεται, τότε δεν έχουμε απλώς ένα πρόβλημα εκπροσώπησης. Έχουμε ένα πρόβλημα που αφορά το ίδιο το μέλλον της Δημοκρατίας μας.

Xrys’Pa Blog — Με τη δική μου ματιά, χωρίς περιστροφές.

Και ένα ερώτημα προς όλους: Εσείς αισθάνεστε ότι η φωνή σας ακούγεται από εκείνους που σας εκπροσωπούν ή ότι, όσο κι αν μιλάτε, τίποτα δεν αλλάζει;

Κατηγορία: 

Leave a Comment