Οι δικαστές του πληκτρολογίου και οι λογοδότες του ’40: Όταν η λάσπη βαφτίζεται άποψη
Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που δεν χρειάζεται να γνωρίζει την αλήθεια για να καταδικάσει. Δεν χρειάζεται να ακούσει και τις δύο πλευρές, να διαβάσει, να σκεφτεί, να διασταυρώσει. Τους αρκεί μια ανάρτηση, μια φωτογραφία, μια φήμη ή μια πληροφορία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της δικής τους εμπάθειας.Και τότε αρχίζει το δικαστήριο.
Ένα δικαστήριο χωρίς έδρα, χωρίς αποδείξεις, χωρίς υπεράσπιση και, κυρίως, χωρίς ίχνος ντροπής. Πρόεδρος ο κάθε πικραμένος, εισαγγελέας ο κάθε ξερόλας, ένορκοι οι πρόθυμοι ακόλουθοι και δήμιοι όλοι όσοι περιμένουν στη γωνία για να ρίξουν την επόμενη πέτρα.Καλώς ήρθατε στην εποχή των δικαστών του πληκτρολογίου!
Η σύγχρονη εκδοχή του «καρφώματος»
Κάποτε, στις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας μας, υπήρχαν άνθρωποι που έσπευδαν να καταδώσουν τον διπλανό τους, να υποδείξουν τον διαφορετικό, να δείξουν με το δάχτυλο εκείνον που δεν τους άρεσε ή δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους.
Σήμερα, δεν χρειάζεται να χτυπήσουν μια πόρτα μέσα στη νύχτα. Έχουν το Facebook, τα σχόλια, τα stories και τα μηνύματα που διαδίδονται με ταχύτητα φωτός.
Δεν είναι ίδιες οι εποχές. Δεν είναι ίδιες οι συνθήκες και δεν συγκρίνονται οι ιστορικές τραγωδίες με έναν διαδικτυακό καβγά. Όμως, η νοοτροπία του ανθρώπου που θέλει να βλάψει τον άλλον με μια καταγγελία, μια διαστρέβλωση ή μια δημόσια διαπόμπευση παραμένει ένα φαινόμενο που πρέπει να μας προβληματίζει.
Γιατί ορισμένοι δεν θέλουν να αποκαταστήσουν την αλήθεια. Θέλουν να κατασκευάσουν έναν ένοχο.Και όταν δεν τον βρίσκουν, τον εφευρίσκουν.
Η ανωνυμία δεν είναι θάρρος
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πόσοι άνθρωποι αποκτούν ξαφνικά τεράστιο θάρρος πίσω από μια οθόνη.
Άνθρωποι που στην πραγματική ζωή μπορεί να μην τολμούσαν να κοιτάξουν κάποιον στα μάτια και να του πουν όσα γράφουν με τόση ευκολία. Άνθρωποι που μετατρέπουν την προσωπική τους πικρία σε δημόσια επίθεση και τη δική τους εκδοχή της πραγματικότητας σε αδιαμφισβήτητη αλήθεια.
Και κάπου εκεί μπερδεύουν την ελευθερία του λόγου με την ασυδοσία.
Ας το ξεκαθαρίσουμε: έχεις κάθε δικαίωμα να διαφωνείς μαζί μου. Έχεις κάθε δικαίωμα να με κρίνεις, να απορρίπτεις τις απόψεις μου και να μου ασκείς σκληρή κριτική.
Δεν έχεις, όμως, το δικαίωμα να βαφτίζεις τη συκοφαντία άποψη, την προσβολή επιχειρηματολογία και την προσωπική σου εμπάθεια κοινωνική δικαιοσύνη.
Η διαφωνία θέλει επιχειρήματα. Η κριτική θέλει στοιχεία. Η αλήθεια θέλει ευθύνη.Η λάσπη θέλει μόνο έναν άνθρωπο πρόθυμο να τη ρίξει και μερικούς ακόμη πρόθυμους να τη μοιράσουν.
Οι άνθρωποι που καταδικάζουν χωρίς να γνωρίζουν
Το πιο επικίνδυνο με τους διαδικτυακούς τιμητές δεν είναι ότι μιλούν. Είναι ότι μιλούν σαν να γνωρίζουν τα πάντα.Ξέρουν τι σκέφτεσαι, γιατί το έκανες, ποια είναι τα κίνητρά σου, τι άνθρωπος είσαι και τι αξίζεις. Διαβάζουν μια πρόταση και νομίζουν ότι ανακάλυψαν ολόκληρη την προσωπικότητά σου. Βλέπουν μια στιγμή και θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να δικάσουν μια ολόκληρη ζωή.
Δεν τους ενδιαφέρει τι προηγήθηκε. Δεν τους απασχολεί τι ακολούθησε. Δεν θέλουν να ακούσουν εξηγήσεις, γιατί οι εξηγήσεις μπορεί να χαλάσουν την ιστορία που έχουν ήδη αποφασίσει να πιστέψουν.
Και φυσικά, αν τολμήσεις να απαντήσεις, είσαι ένοχος. Αν σιωπήσεις, πάλι ένοχος. Αν υπερασπιστείς τον εαυτό σου, κάτι κρύβεις. Αν απομακρυνθείς, θεωρούν ότι νίκησαν.
Με τέτοιους ανθρώπους δεν υπάρχει διάλογος. Υπάρχει μόνο μια δίκη στην οποία η απόφαση έχει βγει πριν καν αρχίσει η διαδικασία.
Η ηθική της κερκίδας
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη κατηγορία. Εκείνοι που δεν γράφουν απαραίτητα τη λάσπη, αλλά τρέχουν να τη διαβάσουν, να τη σχολιάσουν, να τη διαδώσουν και να προσθέσουν το δικό τους λιθαράκι στην καταστροφή ενός ανθρώπου.
Η ψηφιακή κερκίδα.
Άνθρωποι που διψούν για την πτώση του άλλου, αρκεί να μη χρειαστεί να κοιτάξουν τη δική τους ζωή. Που μετατρέπουν τον ανθρώπινο πόνο σε θέαμα και την προσωπική δυσκολία κάποιου σε ευκαιρία για λίγη δημοσιότητα, μερικά likes και μια ψεύτικη αίσθηση ανωτερότητας.
Και αναρωτιέμαι: όταν τελειώσει η παράσταση, όταν κλείσει η οθόνη και μείνεις μόνος με τον εαυτό σου, τι ακριβώς έχεις κερδίσει;
Έχεις γίνει καλύτερος άνθρωπος επειδή εξευτέλισες κάποιον; Έχεις αποδείξει την αξία σου επειδή συμμετείχες σε ένα διαδικτυακό ανθρωποκυνηγητό; Ή απλώς βρήκες για λίγα λεπτά έναν άνθρωπο να κάνεις χειρότερα, για να νιώσεις εσύ καλύτερα;
Γιατί, ας μην κοροϊδευόμαστε. Δεν είναι κάθε δημόσια καταγγελία κακόβουλη, ούτε κάθε κριτική άδικη. Υπάρχουν πραγματικά προβλήματα που πρέπει να αποκαλύπτονται, ευθύνες που πρέπει να αναζητούνται και συμπεριφορές που οφείλουν να ελέγχονται.
Η διαφορά βρίσκεται στα στοιχεία, στην ακρίβεια, στον σκοπό και στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Άλλο η λογοδοσία και άλλο ο δημόσιος λιθοβολισμός.
Πριν δείξεις τον άλλον με το δάχτυλο…
Θα ήθελα να κάνουμε όλοι μια μικρή άσκηση αυτοκριτικής.
Πριν γράψεις το επόμενο προσβλητικό σχόλιο, αναρωτήσου αν θα το έλεγες το ίδιο εύκολα μπροστά στον άνθρωπο που στοχεύεις.
Πριν κοινοποιήσεις μια κατηγορία, σκέψου αν γνωρίζεις την αλήθεια ή αν απλώς μεταφέρεις κάτι που σε βολεύει να πιστέψεις.
Πριν συμμετάσχεις στην καταδίκη κάποιου, αναρωτήσου αν θα ήθελες να βρεθείς εσύ στη θέση του, με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τίποτα για τη ζωή σου να αποφασίζουν ποιος είσαι και τι αξίζεις.
Και κυρίως, θυμήσου κάτι που φαίνεται να ξεχνάμε όλο και συχνότερα: πίσω από κάθε προφίλ υπάρχει ένας άνθρωπος. Με ιστορία, λάθη, αγωνίες, οικογένεια, πληγές και στιγμές που δεν γνωρίζει ολόκληρο το διαδίκτυο.
Δεν σημαίνει ότι κανείς είναι υπεράνω κριτικής. Σημαίνει ότι κανείς δεν πρέπει να στερείται την αξιοπρέπειά του επειδή κάποιοι αποφάσισαν να παίξουν τους δικαστές.
Η μεγαλύτερη ήττα δεν είναι να σε κρίνουν. Είναι να τους μοιάσεις.
Δεν γράφω όλα αυτά για να ζητήσω ασυλία για κανέναν. Ούτε για να πω ότι όποιος δέχεται κριτική έχει πάντα δίκιο.
Τα γράφω γιατί η κοινωνία μας δεν έχει ανάγκη από περισσότερους τιμητές. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που μπορούν να ξεχωρίσουν την αλήθεια από τη φήμη, την κριτική από την κακία και τη δικαιοσύνη από την εκδίκηση.
Έχει ανάγκη από ανθρώπους που δεν θα καταδικάζουν κάποιον επειδή δεν τους αρέσει, επειδή τους ενοχλεί, επειδή δεν συμφωνεί μαζί τους ή επειδή δεν μπορούν να τον ελέγξουν.
Και αν κάποιος έχει κάνει λάθος, ας κριθεί για το συγκεκριμένο λάθος, με στοιχεία και με δικαιοσύνη. Όχι από έναν όχλο που διψά για αίμα και αλλάζει γνώμη ανάλογα με το ποιος βρίσκεται κάθε φορά στο στόχαστρο.
Γιατί η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στο να μπορείς να διαλύσεις κάποιον με μια ανάρτηση. Βρίσκεται στο να έχεις τη δύναμη να πεις την αλήθεια χωρίς να εξευτελίσεις έναν άνθρωπο.
Δεν είναι μαγκιά να καταγγέλλεις τους πάντες. Δεν είναι εξυπνάδα να διασύρεις τους πάντες. Και δεν είναι ηθική ανωτερότητα να μοιράζεις καταδίκες από την ασφάλεια του καναπέ σου.
Είναι εύκολο να γίνεις δικαστής όταν δεν κινδυνεύεις να καθίσεις ποτέ στο εδώλιο.
Και κάτι τελευταίο για τους σύγχρονους λογοδότες του πληκτρολογίου:
Η Ιστορία μάς έχει διδάξει πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η καταγγελία όταν αποκόπτεται από την αλήθεια και μετατρέπεται σε εργαλείο εναντίον του άλλου. Δεν χρειάζεται να εξισώνουμε εποχές για να αναγνωρίζουμε τη μικρότητα μιας συμπεριφοράς.
Δεν χρειάζεται να φωνάζεις για να είσαι δειλός. Δεν χρειάζεται να φοράς κουκούλα για να κρύβεσαι. Μερικές φορές αρκεί ένα προφίλ, ένα πληκτρολόγιο και η βεβαιότητα ότι κανείς δεν θα σε αναγκάσει να αναλάβεις την ευθύνη των λόγων σου.
Γι’ αυτό, πριν γίνεις ο τιμητής της ζωής των άλλων, κοίτα για λίγο τη δική σου.
Γιατί η αξιοπρέπεια δεν αποδεικνύεται με το πόσους ανθρώπους μπορείς να καταδικάσεις.
Αποδεικνύεται με το πόσο άνθρωπος παραμένεις, ακόμη κι όταν έχεις κάθε ευκαιρία να γίνεις απάνθρωπος.
Και αν αυτό ενοχλεί κάποιους, ίσως αξίζει να αναρωτηθούν γιατί.
Γιατί άλλο να έχεις φωνή και άλλο να χρησιμοποιείς τη φωνή σου σαν όπλο. Άλλο να ζητάς δικαιοσύνη και άλλο να απολαμβάνεις την τιμωρία. Και άλλο να υπερασπίζεσαι την αλήθεια και άλλο να ψάχνεις έναν άνθρωπο για να τον σταυρώσεις.
Το διαδίκτυο δεν χρειάζεται περισσότερους δικαστές. Χρειάζεται περισσότερη συνείδηση.
